Στη ζωή κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, ο ομφαλός είναι ο μαγνητικός πόλος γύρω από τον οποίο συντάσσεται το σύμπαν του. Είναι το σημείο από όπου μετρώνται όλα τα πράγματα, το σημείο μηδέν που μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι κάτι στον κόσμο μας θα μπορούσε να είναι απόλυτο. Το να ζει κανείς στο πλευρό του, δίνει σιγουριά, ισορροπία, αυτοπεποίθηση (αυτό το τελευταίο, ορισμένες φορές, οδηγεί μερικούς σε υπεροψία και αλαζονεία). Εάν ο ομφαλός αλλάξει τοποθεσία μοιάζει σαν όλη η αλήθεια, να κατακερματίζεται σε άπειρα κομμάτια, για να ανασυγκροτηθεί εκ νέου γύρο του με τη θαυμαστή ακρίβεια των φακών ενός καλειδοσκοπίου. Ενωμένος πάντοτε με τον τόπο διαμονής μας, ο ομφαλός είναι η δέστρα όπου δένονται οι κάβοι της λογικής.
Μόνο υπάρχει μια στιγμή — μακρινή, σύντομη, ανυποψίαστη — όπου ένας ξένος μπορεί πραγματικά να είναι ένας ξένος. Είναι ο καιρός της ζωής του που περνά, ενώ το κέντρο του κόσμου βρίσκεται για αυτόν σε άλλο σημείο — άγνωστο ή όχι — και αυτή η απουσία τον τοποθετεί μπροστά στα πράγματα με κατάπληξη και θαυμασμό.
Ο ξένος αντιλαμβάνεται το κέντρο του κόσμου σε άλλο μέρος, και από κει, ερμηνεύει τους σφυγμούς όλων αυτών που κινούνται στο περιβάλλον του ξυπνώντας την περιέργεια ή την υποψία. Η απομάκρυνση από το κέντρο τον ταρακουνάει αλλά και τον αφήνει έκθετο στην ανακάλυψη. Εκεί, ξεκινά η μεγάλη περιπέτεια αυτού που ταξιδεύει έχοντας συνείδηση της κίνησής του. Είναι η απόσταση από τον ομφαλό, η αποξένωση, που κάνει δυνατή τη γνωριμία με άλλους κόσμους. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου της απουσίας, όσα έχουν μείνει πίσω γίνονται σχετικά. Η αξία των πραγμάτων αλλάζει κλίμακα, και ο ξένος που παραμένει ανοιχτός δέχεται την έκπληξη ή τον πόνο σαν γενναιόδωρες προσφορές του άγνωστου. Η συνείδηση της απόστασης, της μονοδικότητάς του, του ανάβει την επιθυμία να απορροφήσει νέες γνώσεις, να προμηθευτεί με απληστία τους μικρούς ξεχασμένους θησαυρούς που, αργότερα, σε ένα άλλο μέρος, θα τον μετατρέψουν — ακόμα και εκεί — σε μια διαφορετική ύπαρξη. Μόνο, όταν ο ομφαλός παραμένει σε απόσταση, δίνεται στον ξένο να καταλάβει ότι μια αλήθεια μπορεί να αντιταχθεί ακόμη σε μια άλλη αλήθεια: σε μια άλλη αλήθεια, όχι απαραίτητα σε ένα ψέμα.
Αλλά περνάει ο καιρός και εάν εξασθενίζει η αντοχή σε αυτή την πίεση, εάν ο ξένος δελεάζεται ή δεσμεύεται από το νέο κόσμο, ο ομφαλός εγκαθίσταται όπου βρίσκεται ο μαγεμένος. Τα μάγια εξαφανίζονται, και αυτό που ήταν — για παράδειγμα — η ελληνική πραγματικότητα καταλήγει να είναι παρά η μόνη πραγματικότητα. Εάν αντίθετα, η απουσία και η νοσταλγία μυθοποιούν το μακρινό ομφαλό, ο ξένος μεταμορφώνεται σε έναν παράξενο αιχμάλωτο, παγιδευμένο στο εξωτερικό, που ζει με μοναδικό όνειρο το νόστο.
Ίσως, το ενδιαφέρον να μην είναι να βρίσκεται κανείς εδώ ή εκεί, αλλά να πηγαινοέρχεται, να ζει σε αυτή τη ρευστή και ασταθή ισορροπία. Αλλά πώς μπορεί κανείς να μην χαθεί, εφόσον μόνο η σταθερότητα μοιάζει να στηρίζει τη λογική;
Το κέντρο της αρχαίας Ελλάδας βρισκόταν στις βραχώδεις πλαγιές των Δελφών. Το δικό μου, για μεγάλο χρονικό διάστημα, βρισκόταν στη βάση μιας υγραμένης από την κοντινή θάλασσα της Αστούριας σκάλας. Σήμερα, πάνε χρόνια που αγνοώ πού βρίσκεται, και πορεύομαι σαν αιώνιος ξένος στην αλλοπρόσαλλη αναζήτηση άγνωστων ψαριών.


